Πέμπτη 10 Ιουνίου 2010

Ο χρόνος ποτέ δεν συγχωρεί, ούτε μπορεί να γυρίσει πίσω.


Μια ιστορία ζωής από τον Μιχάλη...

"Η γυναίκα µου, µού πρότεινε να ßγω µε άλλη γυναίκα...

'Γνωρίζεις πολύ καλά πως την αγαπάς', µου είπε µια µέρα ξαφνιάζοντάς µε. 'Η ζωή είναι πολύ σύντοµη, αφιέρωσέ της χρόνο.'
'Μα εγώ ΕΣΕΝΑ αγαπώ' της είπα έντονα.
'Το ξέρω. Εξίσου όµως αγαπάς κι εκείνη.'

Η άλλη γυναίκα, την οποία η γυναίκα µου ήθελε να επισκεφθώ, ήταν η µητέρα µου, χήρα εδώ και χρόνια. Όµως οι απαιτήσεις της δουλειάς και των παιδιών µε ανάγκαζαν να την επισκέπτοµαι αραιά και που.

Εκείνο το ßράδυ της τηλεφώνησα και την προσκάλεσα έξω σε δείπνο και µετά για κινηµατογράφο.
'Τι συµßαίνει; Είσαι καλά;' µε ρώτησε.
Η µητέρα µου είναι από τους ανθρώπους που εκλαµßάνει ένα νυχτερινό τηλεφώνηµα ή µια αναπάντεχη πρόσκληση ως αρχή κακών µαντάτων.
'Νόµιζα πως θα ήταν καλή ιδέα να περνούσαµε λίγο χρόνο µαζί' της απάντησα. 'Οι δυο µας µόνοι… Τί λες;'
Σκέφθηκε λιγάκι και απάντησε: 'Θα το ήθελα πολύ.'

Εκείνη την Παρασκευή, καθώς οδηγούσα µετά το γραφείο για να πάω να την πάρω, αισθανόµουν περίεργα. Ήταν ο εκνευρισµός που προηγείται ενός ραντεßού… Και πώς τα φέρνει η ζωή, όταν έφθασα στο σπίτι της, παρατήρησα πως και η ίδια ήταν φοßερά συγκινηµένη!

Με περίµενε στην πόρτα φορώντας το παλιό καλό παλτό της, είχε περιποιηθεί τα µαλλιά της και ήταν ντυµένη µε το φόρεµα µε το οποίο είχε εορτάσει την τελευταία επέτειο του γάµου της. Το πρόσωπό της χαµογελούσε, ακτινοßολούσε φως, όπως το πρόσωπο ενός αγγέλου.
'Είπα στις φίλες µου ότι θα ßγω µε το γιο µου και όλες τους συγκινήθηκαν' µου είπε καθώς έµπαινε στο αυτοκίνητό µου. 'Δεν µπορούν να περιµένουν µέχρι αύριο για να µάθουν τα πάντα για τη ßραδυνή έξοδό µας.'

Πήγαµε σε ένα εστιατόριο όχι από τα καλά, αλλά µε ζεστή ατµόσφαιρα. Η µητέρα µου µε έπιασε από το µπράτσο σαν να ήταν ΄Η Πρώτη Κυρία της χώρας.΄

Μόλις καθήσαµε, έπρεπε εγώ να της διαßάσω τον κατάλογο µε τα φαγητά. Το µόνο που ΄έπιαναν΄ τα µάτια της ήταν κάτι µεγάλες φιγούρες.
Μόλις έφθασα στη µέση του καταλόγου, σήκωσα το πρόσωπό µου. Η µαµά µου καθόταν στην άλλη άκρη του τραπεζιού και µε χάζευε. Ένα νοσταλγικό χαµόγελο πέρασε από τα χείλη της.
'Εγώ ήµουν αυτή που σου διάßαζε τον κατάλογο, όταν ήσουν µικρός, θυµάσαι;'
'Ήρθε η ώρα, λοιπόν, να  ξεκουραστείς και να µου επιτρέψεις να σου ανταποδώσω τη χάρη' απάντησα.

Κατά τη διάρκεια του γεύµατος είχαµε µια ευχάριστη συζήτηση, τίποτα το εξαιρετικό, απλά το πώς περνάει ο καθένας µας κάθε µέρα.
Μιλούσαµε για ώρες, που τελικά χάσαµε την ταινία στον κινηµατογράφο.
'Θα ßγω µαζί σου την επόµενη φορά, αν µου επιτρέψεις να κάνω εγώ την πρόταση' µου είπε η µητέρα µου καθώς την επέστρεφα στο σπίτι. Την φίλησα, την αγκάλιασα.

'Πώς πήγε το ραντεßού;' θέλησε να µάθει η γυναίκα µου µόλις µπήκα στο σπίτι εκείνο το ßράδυ.
'Πολύ όµορφα, σ΄ευχαριστώ. Περισσότερο κι απ΄ό,τι περίµενα.' της απάντησα.

Μερικές µέρες αργότερα η µητέρα µου ΄έφυγε΄ από ανακοπή της καρδιάς. Όλα συνέßησαν τόσο γρήγορα, δεν µπόρεσα να κάνω τίποτα.

Λίγο καιρό µετά, έλαßα έναν φακέλο από το εστιατόριο όπου είχαµε δειπνήσει η µητέρα µου κι εγώ. Μέσα είχε ένα σηµείωµα που έγραφε:
'Το δείπνο είναι προπληρωµένο. Ήµουν σχεδόν ßέßαιη πως δεν θα µπορούσα να παρευρεθώ, κι έτσι πλήρωσα για δύο άτοµα, για σένα και τη σύζυγό σου. Δεν θα µπορέσεις ποτέ σου να αισθανθείς τί σήµαινε εκείνη η ßραδιά για µένα. Σε αγαπώ!'

Εκείνη τη στιγµή συνειδητοποίησα τη σπουδαιότητα του να είχα πει εγκαίρως ‘ΣΕ ΑΓΑΠΩ’.
Συνειδητοποίησα ακόµη τη σπουδαιότητα του να δίνουµε στους αγαπηµένους µας το χρόνο που τους αξίζει. Τίποτα στη ζωή δεν είναι και δεν θα είναι πιο σηµαντικό από την οικογένεια σου. Αφιέρωσε χρόνο σ΄αυτούς που αγαπάς, γιατί αυτοί δεν µπορούν να περιµένουν.

Και να θυµάσαι πάντοτε:

Ο χρόνος ποτέ δεν συγχωρεί!

Ούτε µπορεί να γυρίσει πίσω.

Τέλος"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου